Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑΣ ΕΥΗΣ





Η ιστορία της  Σταχτοπούτας -Εύης

10 Αυγούστου 2012

Οδηγώ το αυτοκίνητο μου στην άδεια Πατησίων. Είμαι μία προνομιούχος αφού και αυτή την χρονιά μπορώ να απολαμβάνω μόνη την καυτή άσφαλτο της έρημης, πλην όμως, εξωτικής Αθήνας. Τέτοιες «μπούρδες» άκουγα από το ραδιόφωνο του αυτοκινήτου και αντί να μου το χρυσώσει το χάπι, ο  εκ του ασφαλούς ορμώμενος ο εκφωνητής, με έκανε να πάρω φόρα και να πατήσω τον πρώτο τυχόντα αμέριμνο εκδρομέα μόνο και μόνο για τους έξτρα πόντους της βαλίτσας με ροδάκια. Το παραλήρημά μου, σαν secans από την ταινία «Τσεκούρι» του Γαβρά, διακόπτεται  απότομα απ’ την γραμμή του ρεζερβουάρ στο ταμπλό που κοντεύει να αδειάσει. Γυρνάω στην πραγματικότητα.Με λένε Εύη, είμαι είκοσι εννιά, φιλόλογος και άνεργη.

Στην τσέπη μου έχω ένα ευρώ και στην θέση του συνοδηγού μια Χρυσή Ευκαιρία.Μπαίνω  στο σπίτι της φίλης μου. Στην τηλεόραση παίζει ένα ακόμα ρεπορτάζ για την οικονομική κρίση. Τα νεύρα μου. Αγανακτισμένη την κλείνω. Η φίλη μου με κοιτάζει άφωνη.Πηγαίνω-έρχομαι ουρλιάζοντας.«Δεν πάει άλλο πρέπει να πληρώσω τους λογαριασμούς μου! Το νερό μου είναι πενήντα ευρώ ούτε πισίνα να γέμιζα. Το καταλαβαίνεις ;»Η φίλη μου, παίρνει στα χέρια της την εφημερίδα. Κυκλωμένα καφετέριες, μπαράκια και φροντιστήρια. Ένα μεγάλο ερωτηματικό για το που θα βρω δουλεία.Τα πρώτα τηλέφωνα χτυπούν σε φροντιστήρια. Το εκνευριστικό επαναλαμβανόμενο χτύπημα της μη απαντημένης κλήσης, νομίζω θα στριφογυρίζει για πολύ καιρό ακόμα στα αυτιά μου.«Θέλω εκατό ευρώ, αύριο! Που θα τα βρω; Την πιστωτική την ξεχνάμε! Δεν είναι απλά φουσκωμένη, φάλαινα έχει γίνει και με κυνηγάει». 
 «Χαλάρωσε! Κάτι θα κάνουμε!» Μου έλεγε εκείνη. Και η προσπάθεια της να ….
με καλμάρει με έκανε μαινόμενο ταύρο. Ήξερα. τίποτα δε θα κάναμε. Όπως κάνει η γενιά μας, η περίφημη  γενιά των τερακόσιων ευρώ και τον βαριών μεταπτυχιακών. 

 Η επόμενη αγγελία έλεγε:  «Μπαρ πολυτελείας ζητεί εμφανίσιμη σερβιτόρα ημερομίσθιο εβδομήντα ευρώ και άνω.» Περιοχή Παγκράτι. «Έφυγα ως εκεί με φτάνει η βενζίνη.» Είπα χωρίς δεύτερη σκέψη.Τηλεφωνώ. Τρία χτυπήματα και το βράδυ στις δέκα έπιανα δουλειά. Προσόντα  μια καλή εμφάνιση, η προϋπηρεσία μου ως σερβιτόρα, κατά την διάρκεια των φοιτητικών χρόνων, το «τσαγανό μου» και η ανάγκη. Τα πτυχία μου άχρηστα. 

Μπαρ πολυτελείας λοιπόν, δηλαδή κονσομασιόν. Υπεύθυνος, ο Δημήτρης.  Μου εξηγεί τα απαραίτητα  για την δουλειά. «Εδώ δεν κάνουμε κάτι κακό, όπως βλέπεις, θα πίνεις τα  «υποτιθέμενα» ποτάκια σου με τους πελάτες, θα συζητάς, θα φλερτάρεις μαζί τους και θα είσαι ευγενική. Αυτά. Δεν είναι δα και τόσο δύσκολο! Ο κόσμος διψάει για παρέα έστω και πληρωμένη. Το απλό πότο σου αφήνει εσένα κέρδος δέκα ευρώ,  το σπέσιαλ είκοσι. Το μαγαζί τα χρεώνει δώδεκα και είκοσι τέσσερα  αντίστοιχα. Πάνω από εφτά ποτά το κέρδος σου θα είναι στο κάθε ποτό τρία ευρώ. Δουλεύουμε με μάρκες. Φεύγεις με εβδομήντα στο χέρι και αν έχεις και τα έξτρά σου. Τα χρήματα που βγάζεις εδώ δεν μπορείς να τα βρεις αλλού. Μη κοιτάς  και εγώ άλλη δουλεία κάνω το πρωί, αλλά δε βγαίνει αλλιώς… Δύσκολοι καιροί. Μόνο σ’ αυτά τα μαγαζιά κινείτε κάτι. Και ο Χρίστος δεν είναι DJ άνεργος γιατρουδάκος είναι που τρέχει το νοίκι του. Έχεις μήπως καλύτερα ρούχα μαζί σου;»

Η απάντηση μου ήταν: «όχι». Τότε γύρισα και κοίταξα  τις συναδέλφους μου για απόψε. Πρέπει να μέτρησα καμιά δεκαριά κορίτσια, κάθε  χώρας και ηλικίας. Ντυμένα με σέξι φορεματάκια έτοιμες για όλα. Το κοινό χαρακτηριστικό μας; Ήμουν και εγώ έτοιμη για όλα.  Οι απορίες μου: Πώς θα τα κατάφερνα να κερδίσω  τόσα χρήματα; Θα με κερνούσε κανείς; Θα έτρωγα χούφτωμα; Πόσο μακριά θα έφτανα ώστε να βγω αλώβητη απ’ το «καλό» μεροκάματο του τρόμου; Πήρα μια βαθιά ανάσα. Τελικά ήμουν όντως εκεί.

Ο Δημήτρης, γάτος, βιάστηκε να με χαλαρώσει. « Καλά δεν πειράζει, μπορείς να δουλέψεις με το ζτινάκι σου σήμερα, για μια μέρα δεν τρέχει κάτι. Άλλωστε  σε κόβω εσένα το ‘χεις. Θα σ’ έχω για καλούς πελάτες.»

Μ’ ένα νεύμα του τα κορίτσια μ’ ανέλαβαν για τα περαιτέρω. Οι περισσότερες αν τους έβγαζες όλα αυτά τα φτιασίδια ήταν απλά κορίτσια της διπλανής πόρτας. Μόνο μία  νταρντάνα περίπου στα σαράντα φαινόταν άνθρωπος μόνο για νύχτα. Οι πρώτοι πελάτες μπήκαν λίγο πριν της μία. Έτσι, είχα την ευκαιρία για να χαλαρώσω και να συζητήσω με τα κορίτσια.

Η μπαργούμαν εντυπωσιακή ξανθιά, Ελληνίδα, έξυπνη, με πέραση και χρόνια στην νύχτα.  Μανατζάριζε όλα τα κορίτσια με τις συμβουλές της. Παλιά δούλευε στο μαγαζί του άντρα της. Αυτός ήταν χαραμοφάης, τζογαδόρος και τον χώρισε. «Ησύχασε το κεφάλι μου  τρώω που τρώω την ζωή μου στην νύχτα, γιατί να πληρώνω και τα φέσια του;» Αυτό ήταν. Μου κέντρισε την δική μου ευαίσθητη χορδή, μου θύμισε τον δικό μου τον παλαβό, που ο κύριος είχε κουραστεί να δουλεύει σεκιούριτι έξι χρόνια και πήγε εν όψει οικονομικής κρίσης και μου απολύθηκε για να χαλαρώσει και να ψάξει δουλεία στο αντικείμενό του. Έλεος ποιος θα προσλάβει ανθρωπολόγο και που; Έτσι, τον σχόλασα και εγώ, παίρνοντας τα κουβαδάκια μου για άλλη παραλία στην οποία η ξαπλώστρα δε θα μου στοίχιζε ο Κούκος Αηδόνι. Η Τζένη ,λοιπόν, ήταν ο άνθρωπός μου. Άρχισα να βγάζω έναν, έναν τους φόβους μου. «Θα τα καταφέρω απόψε  με τους άντρες  ή θα πέσουν ντομάτες;» Η απάντησή της πειστική. « Μην είσαι χαζή!Ωραία κοπέλα είσαι,  καινούργια εδώ και Ελληνίδα. Αμέσως τσιμπάνε. » Αναθάρρησα. Ρώτησα: «Πως παίζεται το παιχνίδι; Και εγώ ακριβώς τι θα πουλάω;»

 Μου τα είπε όλα. «Οι πελάτες έρχονται μόνοι ή με φίλους κάθονται στο μπαρ και στα τραπέζια. Κάποιοι ήδη έχουν κάνει την επιλογή τους είτε με κορίτσι που γνωρίζουν είτε με κάποια που τους γυάλισε.  Συνήθως σε προσεγγίζουν εκείνοι με τον τρόπο τους. Εσύ πρέπει να είσαι σε εγρήγορση και να το πιάσεις. Αν πας η ίδια και ο πελάτης δεν ενδιαφερθεί για σ’ένα και δε σε κεράσει, τότε ο νόμος λέει πως απομακρύνεσαι με διακριτικότητα για να τον προσεγγίσει η επόμενη. Υπάρχουν και κάποιοι που έρχονται από απλή περιέργεια ή δεν έχουν διάθεση να ξοδέψουν επιπλέον χρήματα σε ποτά των κοριτσιών. Αυτοί αν και θεωρούνται ναυάγια πρέπει να μην αισθανθούν άβολα για να ξανάρθουν. Άλλωστε μια άλλη νύχτα μπορεί το πορτοφόλι τους να ανοίξει… Τα κορίτσια είναι σερβιτόρες μόνο στα χαρτιά αυτό που η κάθε μια πλασάρει είναι αυτό που πραγματικά έχει την γοητεία της και το φλερτ της.  Δεν χρειάζεται να λες πολλά για σ’ένα και την ζωή σου. Η νύχτα δεν αρέσκεται και σε πολλές αλήθειες το ψέμα είναι πιο ανώδυνο.»

Ήθελε να μου πει και άλλα μα ο πελάτης που κάθισε στο μπαρ άλλαξε τελείως το σκηνικό.  Η Τζένη πήρε ύφος, έγινε πιο ναζιάρα και γλυκιά. Μπήκα αμέσως στο νόημα. Ο τύπος ερχόταν, μάλλον, χρόνια για αυτή. Η Τζένη του είπε με νόημα: « Τάσο από εδώ η Κέλλυ, η καινούργια μας» .Έγινα Κέλλυ και σε ένα δευτερόλεπτο άλλαξα ζωή, ταυτότητα, μυαλό, φόρεσα το «κουστούμι» και άρχιζα να παίζω. Ο Τάσος με κέρασε το πρώτο μου ποτό. Η λέξη καινούργια ακούστηκε σαν σειρήνα για αυτόν.  Για πότε με πλησίασε, για πότε βρέθηκε να μου πειράζει τα στρασάκια στην ζώνη μου δεν κατάλαβα. «Α! Τάσο ατιμούτσικο μου  είσαι! Και θα σε μαλώσω!» Να μια ατάκα που θα μπορούσε να πει η Βουγιουκλάκη. Σκέφτηκα και ήμουν έτοιμη να σκάσω στα γέλια αλλά ο Τάσος, διευθυντής σε τράπεζα παρακαλώ,  προπονημένος καλά δεν πτοήθηκε και απλώθηκε λιγουλάκι παραπάνω. Εγώ αναγκαστικά ξέθαψα τον μακαρίτη τον Πλάτωνα για να γλιτώσω. Λίγο ο Πλάτωνας, που όσο να πεις με ουίσκι δεν πάει, λίγο το Τζενάκι που του είχε κλέψει την καρδιά βοήθησαν και έτσι το πρώτο πότο μου πέρασε στην ιστορία. 

Ο επόμενος που πλησίασα εγώ, δεν ενδιαφέρθηκε καθόλου για μένα αλλά ήταν σκεπτικός και μόνο κοίταζε τον κόσμο. Έφυγα με τρόπο και πριν φτάσω στο σκαμπό μου μια παρέα με νεαρούς γύρω στα τριάντα-τριαντά πέντε με καλεί να πάω στο τραπέζι τους. Πολύ γρήγορα με κέρασαν τρία σπέσιαλ και συζητάγαμε χαλαρά για θέματα σχέσεων, μια που δύο απ’ την παρέα είχαν πρόσφατα χωρίσει. Έκανα την ψυχολόγο λίγο, τονώνοντας την αυτοπεποίθησή τους, χόρεψα και μια ζεμπεκιά και μου άνοιξαν και μια σαμπάνια. Όλα πήγαιναν καλά και ήδη ήταν τρεις και μισή. Ο στόχος ήταν τα εβδομήντα ευρώ που πλέον μου φαίνονταν ήδη μες στην τσάντα μου. 

Πήγα στην τουαλέτα λίγο να φρεσκαριστώ. Δεν αισθανόμουν άβολα όταν κοιτάχτηκα στον καθρέφτη ούτε σιχαινόμουν και πολύ τον εαυτό μου όπως δείχνουν στις ταινίες. Ήμουν εγώ, η Εύη,  που μάλλον έπαιζα πιο τίμια το παιχνίδι του φλερτ μιας που έκανα κομπλιμέντα με πρόσκαιρο όφελος και όχι για να πιάσω κότσο έναν άντρα και να με εξασφαλίσει με γάμο.

Όταν επέστρεψα στο τραπέζι μου το σκηνικό του μαγαζιού είχε αλλάξει. Κάποια κορίτσια στην μπάρα έκαναν στριπτίζ ενώ στα τραπεζάκια πολλοί από τους πελάτες είχαν ορμήξει με χέρια και με πόδια στο βάζο με το γλυκό του κουταλιού. Και τα επιχειρήματα που με κρατούσαν ψύχραιμη, τόση ώρα, μια για πάντα είχαν διαλυθεί. Ήμουν σε κονσομασιόν μπαρ όντως και η ντροπή ξαναφώλιασε στην καρδιά μου. Αν με δει κανένας γνωστός την πάτησα. Αυτός ο φόβος έγινε εμμονή. Παρόλα αυτά κατάφερα να το κρύψω και να κερδίσω άλλα τέσσερα ποτά, πουλώντας με μαεστρία το μυαλό μου. Μερικοί μου ζήτησαν το τηλέφωνο μου άλλοι διακριτικά και άλλοι με πείσμα. Η απάντηση μου ; «Την επόμενη φόρα γλυκέ μου!…Μα μόλις με γνώρισες»

Όταν μπήκα στο αυτοκίνητό μου είχα εκατό ευρώ πάνω μου και ήμουν χλωμή και ξενυχτισμένη. Είχα εξαντλήσει τα αποθέματα της εγκεφαλικής μου ενέργειας για να γλιτώσω όλα τα περαιτέρω που μου ζήταγαν οι κακόμοιροι, λυσσασμένοι πελάτες με τον τρόπο τους. Μια ερώτηση μόνο υπήρχε μέσα μου. Θα το ξανά τολμούσα;
Δεν μπόρεσα να πάω σπίτι μου. Έβαλα βενζίνη και πήγα ξανά στην φίλη μου στο Γαλάτσι. Της τα διηγήθηκα όλα. Σαν το παραμύθι της Σταχτοπούτας μόνο που στο δικό μου η Σταχτοπούτα από τις στάχτες που ήταν μεταμορφώθηκε σε ένα ψεύτικο στρασάτο τίποτα, αναζήτησε  το εύκολο κέρδος, μπλέχτηκε στα  παζάρια της νύχτας, σιχάθηκε τα πάντα και εκτιμώντας απόλυτα τις στάχτες της γύρισε χαρούμενη να λερωθεί μόνο σ’ αυτές.

Στις επτά η ώρα το απόγευμα το τηλέφωνο μου χτύπησε. Ήταν ο Δημήτρης που ήθελε να πάω και την Κυριακή για δουλεία. Με την προϋπόθεση να κινήσω άμεσα την διαδικασία για να βγάλω την άδεια από το υγειονομικό για σερβιτόρα. Φοβόταν μην γίνει καμία έφοδος από την αστυνομία και πάμε αυτόφωρο απ’ αμέλεια. Μου είπε ακριβώς. «Άσε, που τα κορίτσια σκύλιασαν με το σουξέ σου. Δεν τους έχω και πολύ εμπιστοσύνη και απ’ αυτές να γίνει καμία ανώνυμη καταγγελία και που να τρέχουμε τότε;» Μόλις άκουσα και αυτό το «τσαγανό» μου πήγε περίπατο για πάντα. Η απάντηση μου ήταν: «Δεν μπορώ Δημήτρη μου, δεν κάνω για αυτή την δουλεία!» Τότε μόνο ηρέμησα και μπόρεσα να κοιμηθώ. Αν πλήρωσα τους λογαριασμούς μου; Ναι. Τους πλήρωσα. Όσο για τους επόμενους… Χρυσή Ευκαιρία…ελπίζω να βρω μια πραγματική Ευκαιρία!

It's only fair to share...Share on FacebookTweet about this on TwitterPin on PinterestShare on Google+Share on LinkedInEmail this to someone

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *